Το Μυστηριακό Θέατρο

Στα μέσα του 6ου π.Χ αιώνα, σε έναν από τους δήμους της Αττικής, έκανε την εμφάνισή του, πρώτη φορά για όλον τον κόσμο, ένα ποιητικό είδος, που χρειάστηκε πενήντα περίπου χρόνια, για να εξελιχθεί και να φτάσει στην τελική του μορφή. Το είδος αυτό για έναν αιώνα καλλιεργήθηκε αποκλειστικά στην Αττική, συντελώντας μαζί με τη Ρητορική, τη Φιλοσοφία και τις Τέχνες στη μεγάλη πολιτιστική ακμή του 5ου αιώνα, που όπως ξέρουμε δίκαια ονομάστηκε Χρυσός Αιώνας.

Η δραματική ποίηση συνδέεται με τη θρησκευτική λατρεία του θεού Διόνυσου. Όπως διαπιστώνουν οι εθνολόγοι και οι θρησκειολόγοι, όλοι οι λαοί της μεσογειακής λεκάνης λάτρευαν έναν θεό, που συνδεόταν με τον κύκλο των εποχών και την περιπέτεια της βλάστησης. Φαντάζονταν πως ο θεός, άλλοτε σαν νήπιο, που γεννήθηκε με θαυμαστό τρόπο, άλλοτε σαν τρανό παλικάρι, γεμάτο δύναμη και όρεξη για τη ζωή, δρούσε, πέθαινε και ξαναζούσε.

Όσο στέριωνε μέσα στην ποιητική φαντασία των ανθρώπων, απομακρυνόταν από εποχιακό φυσικό συμβολισμό, και σιγά- σιγά έγινε αυτόνομο πρόσωπο του μύθου, με ανεξάρτητο βίο και δικό του οικογενειακό δέντρο. Απόκτησε μια μεγάλη συντροφιά από ακολούθους που τον συνόδευαν στις παράτολμες πορείες του, έναν «θίασο», πολυθόρυβο, χαρούμενο και πολλές φορές σκληρό. Γιατί ο θεός όταν κατέβαινε μέσα στους ανθρώπους, απαιτούσε από αυτούς τη συμμετοχή στο γλέντι του, απαιτούσε να παραδίνονται δίχως όρους στις ξέφρενες τελετές του και τιμωρούσε αυστηρά τους καχύποπτους και τους αμφισβητίες. Έσπρωχνε τον άνθρωπο στη μανία και του ζητούσε να ξεχάσει τον καθημερινό του εαυτό και τον καθωσπρεπισμό του, για να παραδοθεί αδέσμευτος στις βαθιές και μυστικές φωνές του φυσικού εαυτού του. Του ζητούσε να ταυτιστεί με το ρυθμό της ζωής και να κατανοήσει το νόημα και τον παλμό της.

Ο Διόνυσος, συγχωνεύτηκε στα ελληνικά έθιμα και τέλος κυριάρχησε και επιβλήθηκε θριαμβευτικά. Απόκτησε οπαδούς, «Θιασώτες», είχε τις δικές του γιορτές και το δικό του τραγούδι, το Διθύραμβο. Ο Διθύραμβος ήταν χορικό άσμα και οι πιστοί του Διόνυσου το τραγουδούσαν και το χόρευαν ομαδικά με συνοδεία αυλού. Το τραγούδι υμνούσε το Διόνυσο και τις περιπέτειές του και οι χορευτές αναπαρίσταναν με κραυγές και με κινήσεις το περιεχόμενο των ποιημάτων. Έτσι πλάι στα αδόμενα, τα τραγουδιστά, υπήρχαν και τα δρώμενα, οι μιμητικές αναπαραστάσεις.

Στα μέσα του έκτου αιώνα, ο Θέσπης είχε μια εξαιρετική έμπνευση. Φορώντας ένα προσωπείο μπήκε στη μέση του χορού και άρχισε όχι πιανα τραγουδά, αλλά να απαγγέλλει στίχους που είχε ετοιμάσει από πριν. Ίσως να μην ήταν ο ίδιος ο ποιητής που διέκοψε για λίγο το τραγούδι και απευθύνθηκε στο χορό ή σε κάποια ιαχή του χορού και αυθόρμητα αποκρίθηκε. Υποκριτής ήταν αυτός που έδινε τις απαντήσεις. Αυτές οι ερωταποκρίσεις επαναλήφθηκαν έτσι ώστε δημιουργήθηκε μια μεικτή μορφή, ένας διάλογος ανάμεσα σε δυο στοιχεία, το άτομο και την ομάδα. Η νέα μορφή κατέκτησε αμέσως τα πλήθη και διαδόθηκε σ’ όλη την Αττική.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε πως το δράμα ξεκίνησε σαν ένα λαϊκό δρώμενο, που είχε τις ρίζες του στις λαϊκές τελετές και τα πανηγύρια για το θεό Διόνυσο. Στην πορεία του δανείστηκε και ενσωμάτωσε ορισμένα χαρακτηριστικά από άλλες τελετουργίες: θρήνους και τελετές για τους νεκρούς, αγροτικά έθιμα, απόκρυφες θρησκείες, όπως τα Ελευσίνια μυστήρια, αναμνήσεις από ξεχασμένες γιορτές για την ενηλικίωση, τη μύηση στα μυστικά της πολεμικής ή της κυνηγετικής τέχνης, τη μίμηση των ιεροτελεστιών ή της πρακτικής των μάγων, των ιερέων και των μάντεων.

Όλα αυτά, μνήμες και εμπειρίες, συγχωνεύτηκαν, έγιναν αντικείμενο επεξεργασίας και καταστάλαξαν σε μια μορφή, η οποία από τα πρώτα χρόνια του πέμπτου αιώνα δημιούργησε τα τρία είδη της δραματικής ποίησης, την τραγωδία, το σατυρικό δράμα και την κωμωδία. Τα δυο πρώτα κατάγονται απευθείας από το Διθύραμβο και το εύρημα του Θέσπη.

 

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ.

Το θέατρο λοιπόν δεν είναι παρά η εξέλιξη παλιότερων τελετουργικών μορφών. Σε πρωτόγονες κοινωνίες συναντάμε πολύ συχνά τελετές φυλετικής μύησης, που δεν είναι παρά η θεατρική αναπαράσταση καταστάσεων τις οποίες ο μυούμενος έπρεπε να βιώσει. Αρχίζουν αυτές οι τελετές με απλή μίμηση ζώων που ο νεαρός έφηβος πρόκειται να μάθει να κυνηγά ή να αποφεύγει και φτάνουν ως την αναπαράσταση της λειτουργίας της ίδιας της ζωής που πάλλεται ανάμεσα σε δυο πύλες, τη Γέννηση και το Θάνατο. Αργότερα αυτές οι τελετουργίες δίνουν τη θέση τους στην αναπαράσταση Μύθων, όπως στα Ελευσίνια Μυστήρια με το μύθο της Δήμητρας - Περσεφόνης ή στα αιγυπτιακά μυστήρια με το μύθο του Όσιρι - Ίσιδας.

 

Ώστε μια θεατρική παράσταση είναι αληθινή ιεροτελεστία, γιατί δίνει ζωντάνια στα ηθικά σύμβολα και στη γνώση του ανθρώπου : στην πίστη, στην εγκαρτέρηση, στην αυτοπεποίθηση, στη δικαιοσύνη, μα και φανερώνει όλα τα ανθρώπινα ξεστρατίσματα, που ενώ οδηγούν μοιραία στην ανεπανόρθωτη καταστροφή, φέρνουν και στη λυτρωτική εξύψωση όταν αντιδράσουμε αποτελεσματικά και σωθούμε από τις τραγικές συνέπειές του.

 

Η τέχνη και η τελετουργία μοιάζουν ευθύς εξαρχής ως προς το ότι δεν επιδιώκουν να αντιγράψουν ένα γεγονός, αλλά να αναπαράγουν, να επαναδραστηριοποιήσουν ένα συγκινησιακό ερέθισμα.

 

Οι τελετουργικές μιμήσεις θρήνων είναι πηγή απ’ όπου άντλησαν οι ηθοποιοί αυτούσια τη χαρακτηριστική χειρονομία πένθους που απαντά από τα πρώιμα στάδια του αρχαίου ελληνικού θεάτρου και κυρίως απ’όπου πήραν οι δραματουργοί την πρώτη ύλη. Υποτάσσοντας την ύλη αυτή σε αισθητικούς νόμους και ρυθμούς δημιούργησαν ο,τι ονομάζουμε στην τέχνη τραγικό λόγο.

 

Λέγοντας «Τραγικό» από αισθητική άποψη, δεν εννοούμε ούτε τις μεγάλες συμφορές της ζωής, ούτε τα τυχαία περιστατικά που προκαλούν κατάθλιψη και πόνο. Τραγική είναι η ηθική σύγκρουση του ατόμου με το σύνολο ή με το ίδιο του το εγώ. Είναι η αβάσταχτη τύψη, είναι η αγωνία για το αμείλικτο πεπρωμένο. Είναι το μαρτύριο του αθώου που, αδιάλλακτος πάνω στον όποιο γολγοθά του, μένει ο ηττημένος - θριαμβευτής. Είναι η σύγκρουση όχι μονάχα με κάποιον συνάνθρωπο ή θεό αδικητή, αλλά και με τις ανεξιχνίαστες βουλές της μοίρας, που σ’ αυτήν , όπως πίστευαν οι αρχαίοι έλληνες, είναι υποταγμένοι όλοι, θνητοί, ήρωες και θεοί. Αυτά όλα αποτελούν την πρώτη ύλη που τη μετουσιώνει ο καλλιτέχνης σε μορφές τραγικής τέχνης. Μόνον ο καλλιτέχνης προεκτείνει τυχαία περιστατικά της ζωής ως τη σύλληψη του βαθύτερου νοήματος τους και τα κάνει μορφές που η τραγικότητά τους καταθλίβει, αλλά ταυτόχρονα συγκλονίζει αισθητικά, εξυψώνοντας το θεώμενο.

 

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ.

Λειτουργία της τέχνης είναι να τροφοδοτεί και να φροντίζει τη φαντασία και το πνεύμα, διευρύνοντας και αναζωογονώντας με αυτόν τον τρόπο ολόκληρη την ανθρώπινη ζωή. Αυτό απέχει πολύ από την άποψη ότι σκοπός της τέχνης είναι να προσφέρει ευχαρίστηση. Συνήθως η τέχνη προκαλεί ευχαρίστηση μοναδική και έντονη και αυτό που προκαλεί τέτοια ευχαρίστηση το ονομάζουμε Ωραίο. Λειτουργία της τέχνης όμως δεν είναι η παραγωγή και η απόλαυση του Ωραίου.

 

Σκοπός της τραγωδίας είναι να «ψυχαγωγήσει» τους θεατές με την «περιπέτεια» και την «αναγνώριση», το «έλεος» και τον «φόβο».

 

«Ψυχαγωγώ», σημαίνει: οδηγώ τις ψυχές των νεκρών στον Άδη, ανακαλώ τις ψυχές των νεκρών από τον Άδη, προσελκύω τις ψυχές των ζωντανών, τις θέλγω, τις σαγηνεύω, παραπλανώ, παρασύρω, ξελογιάζω. Έτσι ο βαθύτερος σκοπός της τραγωδίας δεν είναι να σύρει εδώ κι εκεί την ψυχή των θεατών, να τη συγκινήσει απλά, αλλά διαμέσου της συγκίνησης να προβληματίσει και να διδάξει, να οδηγήσει την ψυχή στο βάθος της πραγματικότητας, όπου κρύβεται το ουσιαστικό νόημα της ύπαρξης, να δείξει τις διαστάσεις του ανθρώπινου όντος, προβάλλοντας την αυτογνωσία, το «γνώθι σαυτόν».

 

Η αρχαία ελληνική τραγωδία αποτελεί εκδήλωση του πνεύματος της αθηναϊκής πολιτείας του 5ου π.Χ. αιώνα, ένα δείγμα της πολιτιστικής της ακμής. Η παράσταση τραγωδιών, λέγεται «Διδασκαλία». Και αυτό σημαίνει πως η τραγωδία διδάσκει, εποπτικά και με εικόνες, προβληματίζει και παραδειγματίζει. Η διδακτική της πρόθεση βέβαια, δεν διαγράφεται ξεκάθαρα. Ψυχή όμως της τραγωδίας είναι ο μύθος, η υπόθεσή της, που στηρίζεται σε «μυθολόγημα» διαμορφωμένο από τη λαϊκή παράδοση σε μεγάλο διάστημα χρόνου, με φανερά τα ηθοπλαστικά στοιχεία και σύμφωνα με την κοινωνική αντίληψη για δικαιοσύνη και άλλες ηθικές αξίες. Εύκολα ανιχνεύεται ο θεολογικός χαρακτήρας πολλών μυθολογημάτων.

 

 

Βασικό θέμα της τραγωδίας είναι ο άνθρωπος με τις περιορισμένες δυνατότητες του στη σύγκρουσή του με τη Μοίρα και το Δαίμονα. Πρόκειται για το θέμα της σωστής προσαρμογής μέσα στο φυσικό και κοινωνικό χώρο και τις δυνατότητες του θνητού να είναι κάθε φορά κάτοχος της αλήθειας σαν προϋπόθεσης για καλή συμπεριφορά. Το δίδαγμα που βγαίνει από την τραγωδία είναι πως ο άνθρωπος αδυνατεί να κάνει πάντα καλή χρήση των σωματικών και πνευματικών του δυνάμεων και γίνεται θύμα των πράξεών του.

 

 

Ο G. A. Livraga αναφέρει: «Η τραγωδία είναι το θεατρικό είδος όπου η μοίρα και οι Θεοί κυριαρχούν και κατευθύνουν τις δράσεις των ανθρώπων. Αυτοί πάλι, είναι υποταγμένοι σ’ έναν νόμο - Δίκη - (που οι Ινδοί ονομάζουν Κάρμα) κάτω από τον οποίον κάθε δράση προκαλεί ισοδύναμες αντιδράσεις, σύμφωνα με μια αναπόφευκτη ηθική μηχανική. Οι δράσεις των ανθρώπων διοχετεύονται στους δρόμους που η φύση έχει προορίσει γι’ αυτούς και η ανεξέλεγκτη χρήση της ελευθερίας, οδηγεί στην αμαρτία της υπερβολής, την «ύβρη» προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Τόσο στην αρχαιότητα, όσο και σήμερα, οι δεσμοί του αίματος είναι πολύ στενοί και περιορίζονται και καταλήγουν να είναι θύματα των δικών τους ανθρώπινων καταστάσεων, των σχετικών με την οικογένεια ή με την ομάδα στην οποία ανήκουν» ( Μυστηριακό Θέατρο, σελ. 8)

 

 

Η τραγωδία δεν αποβλέπει στο να σαγηνεύσει τις ψυχές των θεατών, να τους συγκινήσει και να τους παρασύρει τυφλά. Κατά τις αντιλήψεις της σύγχρονης Παιδαγωγικής μια επιτυχημένη διδασκαλία προϋποθέτει συνθήκες συγκινησιακού χαρακτήρα. Ο άνθρωπος διδάσκεται από ιστορικά γεγονότα και καθημερινά περιστατικά. Πολύ περισσότερο όμως μπορεί να διδαχθεί από το υλικό αυτό όταν πάρει τη μορφή «μύθου».

 

 

ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΦΟΒΟΣ.

 

Ένα τραγικό γεγονός προκαλεί το «έλεος» των θεατών, γιατί αποκαλύπτει την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης στη σύγκρουσή της με τη μοίρα, αλλά συνάμα προκαλεί και το φόβο, γιατί ο τραγικός ήρωας είναι και αυτός θνητός και ο θεατής φοβάται για τον εαυτό του σαν όμοιος στην ανθρώπινη φύση με αυτόν. Έλεος χωρίς φόβο δεν μπορεί να νοηθεί, δεν έχει καμία διδακτική δύναμη. Ο θεατής, που επιθυμεί έλεος για κάποιο τραγικό πρόσωπο, πιασμένο στο δόκανο του πεπρωμένου, επιθυμεί έλεος για την ανθρώπινη φύση, άρα για τον ίδιο τον εαυτό του, για τον οποίο και φοβάται, αφού δεν αποκλείεται κι αυτός κάποτε να βρεθεί σε παρόμοια θέση. Έτσι ο φόβος αφορά τον «όμοιο». Είναι ταραχή της ψυχής για κάποιον άλλον ή για τον εαυτό μας. Κι όταν φοβόμαστε για τον άλλον, αυτό σημαίνει πως κάπως σχετιζόμαστε μαζί του, άρα αυτός ο φόβος είναι και για τον εαυτό μας.

 

 

Εκτός από τα «οικτρά»» γεγονότα που μας προκαλούν το «έλεος» και μαζί τον φόβο, στην τραγωδία συμβαίνουν και γεγονότα «φοβερά», όπως όταν η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της για να εκδικηθεί τον άντρα της. Στα γεγονότα αυτά δεν υπάρχει περίπτωση ελέους για το δράστη. Κι ο φόβος του θεατή προέρχεται από τις φοβερές πράξεις, που αποκαλύπτουν το βάθος της ανθρώπινης θηριωδίας σε μια περιοχή, που διεκδικεί για τον εαυτό της τίτλους κοινωνικής και πολιτιστικής υπεροχής. Ορισμένες συνθήκες του βίου σπρώχνουν τον κοινωνικό άνθρωπο να καταφύγει στο άγριο θηρίο, που κοιμάται μέσα του, και να κάμει πράξεις, που προκαλούν το φόβο στους άλλους. Είναι ο φόβος που προέρχεται από τη συνειδητοποίηση της σαθρότητας που υπομονεύει την κοινωνική συμβίωση. Φόβος του ανθρώπου πως μπορεί να πάθει το ίδιο ή, το χειρότερο, να χάσει τον έλεγχο του εαυτού του και να κάμει το ίδιο.

 

 

Η διδακτική δύναμη της τραγωδίας, βρίσκεται στην αποκάλυψη της ανθρώπινης φύσης με την παρουσίαση πράξεων οικτρών και φοβερών, «δι’ ελέους και φόβου».

 

 

Ο Αριστοτέλης παρατήρησε πως το «έλεος» αφορά τον «ανάξιο», τον τραγικό ήρωα, που αναξιοπαθεί, που πάσχει άδικα. «Αναξιοπαθεί» κάποιο τραγικό πρόσωπο, σημαίνει πως παθαίνει κάτι, που δεν έπρεπε να πάθει, που η κοινή γνώμη το αποδοκιμάζει σαν άδικο και ηθικά απαράδεκτο. Πώς όμως δικαιολογείται αυτό το «δεν έπρεπε να πάθει»; Με ποια κριτήρια χαρακτηρίζεται ο τραγικός ήρωας σαν «αναξιοπαθών»; Είναι τα κριτήρια υποκειμενικά κατά την κρίση και τις συναισθηματικές διαθέσεις των θεατών ή στηρίζονται σε αντικειμενικές προϋποθέσεις; Σε ορισμένες τραγωδίες ο ίδιος ο ήρωας σε μια στιγμή της περιπέτειάς του ισχυρίζεται πως «αναξιοπαθεί». Είναι αυτό αρκετό για να πείσει τους θεατές και να προκαλέσει το «έλεος» τους; Σε κάθε περίπτωση αναξιοπάθειας λειτουργεί μια φυσική και λογική νομοτέλεια, που τείνει να την αναιρέσει, οπότε η «αναξιοπάθεια» υφίσταται μόνο χάρη στη συναισθηματική φόρτιση των θεατών, μια εξωλογική, υποκειμενική θεώρηση των πραγμάτων.

 

 

Το τέλος που έρχεται σε αντίθεση με τις αρετές του ήρωα, αποκαλύπτει την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης στα πλαίσια της σύγκρουσης της κοινωνικής με τη φυσική ύπαρξη που πικραίνει τον άνθρωπο. Το έλεος και ο φόβος δεν αφορούν τόσο το συγκεκριμένο άτομο, όσο την ανθρώπινη φύση γενικά. Ένα πρόσωπο με ατομική ανδρεία και ένδοξη οικογενειακή παράδοση, Αίαντας, με πολλές αρετές, Φιλοποίμην και Νικίας, με τις πιο καλές προθέσεις να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του, Αντιγόνη και Δηιάνειρα, δεν γίνεται εύκολα αποδεκτό από την κοινή γνώμη να έχει τέλος αταίριαστο, «παρ’ αξίαν». Η επιβολή της κοινωνικής και πολιτικής αρετής των τραγικών προσώπων στην αντίληψη του κοινωνικού συνόλου για δικαιοσύνη είναι τόσο ισχυρή, ώστε οι θεατές δεν θα έστεργαν να παραγνωρίζεται ο παράγοντας αυτός και θα ήθελαν να ισχύει έστω και σε βάρος οποιασδήποτε αντικειμενικής συνθήκης και σκοπιμότητας. Φυσικά πρόκειται για αντιμετώπιση των πραγμάτων σε μεγάλο βαθμό συναισθηματική, δεν παρουσιάζεται όμως χωρίς κάποιες δικαιολογίες.

 

 

Σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται κι η διδακτική προσφορά της τραγωδίας: ο άνθρωπος, όποιος κι αν είναι, δεν πρέπει να ξεπερνάει τα όρια της φυσικής ή κοινωνικής ύπαρξης και να φτάνει στην ύβρη. Η φύση που αντιπροσωπεύουν οι θεοί, που εκπροσωπούν οι «άρχοντες», δεν ανέχονται αυτή την υπέρβαση. Κάθε σχετική απόπειρα φέρει μέσα της σαν αυτόματη αντίδραση την τιμωρία. Έτσι ο θνητός για τον συνάνθρωπό του, που θα βρεθεί σε παρόμοια περίσταση, αναγνωρίζοντας στο βάθος την ισχύ του νόμου, δεν διαθέτει παρά το «έλεος».

 

 


 

ΚΑΘΑΡΣΗ.

 

Ο μύθος, υπόθεση, της τραγωδίας αποτελείται από σειρά οικτρά και φοβερά γεγονότα, που συμπλέκονται μεταξύ τους, έτσι ώστε το ένα να προκύπτει από το άλλο, το προηγούμενό του, να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σχέση αναμεταξύ τους, και να δημιουργείται περιπέτεια και αναγνώριση με κατάληξη το τελευταίο περιστατικό, την κάθαρση της τραγικής πράξης σύμφωνα με την κοινωνική αντίληψη για δικαιοσύνη. Κάθαρση είναι ο καθαρισμός, η εξουδετέρωση μιας μολύνσεως, ο ψυχικός εξαγνισμός, η εξιλέωση, κάθε πράξη με την οποία η ψυχή αποκτά αγνότητα. Έτσι η κάθαρση δεν είναι ο σκοπός στον οποίο αποβλέπει η διδασκαλία της τραγωδίας αλλά το τελευταίο στάδιο της σύνθεσής της, ο επίλογος του μύθου της. Ο μύθος της τραγωδίας δεν μπορεί να αφήσει το θέμα «ανοιχτό», χωρίς επιμύθιο. Πρέπει να δοθεί η τελική λύση.

 

 

Η κάθαρση δεν είναι συναισθηματική κίνηση, που διεγείρεται στην ψυχή των θεατών, είναι η τελευταία φάση της τραγωδίας σαν ποιητικής σύνθεσης, κάτι που συμβαίνει στο χώρο της αντικειμενικής πραγματικότητας, όπως την παρουσιάζει ο μύθος της. Η δύναμη της τραγωδίας υπάρχει και χωρίς την θεατρική παράσταση και τους ηθοποιούς, οπότε με την ανάγνωση μπορεί να προκαλέσει συναισθηματική ταραχή και την «οικεία ηδονή» (είναι η ηδονή της τραγωδίας που προέρχεται από τον έλεος και τον φόβο), κατά τη δεκτικότητα του αναγνώστη. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει, αν ο μύθος δεν είναι ολοκληρωμένος, αν δηλαδή δεν περιέχει «παθήματα» «φοβερά» και «ελεεινά». Την κάθαρση δεν την απαιτεί η ψυχική διάθεση του ατόμου αλλά η αντίληψη για δικαιοσύνη της κοινωνικής ομάδας.

 

 

Η τραγωδία, που παριστάνεται με ηθοποιούς και το σχετικό διάκοσμο, φυσικό είναι να ασκεί στην ψυχή των θεατών επίδραση πολύ έντονη από ό,τι ασκεί σαν ανάγνωσμα. Με την παράσταση το θεατρικό κείμενο ζωντανεύει, γίνεται μια πραγματικότητα με μεγάλο βαθμό πειστικότητας. Ο λόγος με τις αποχρώσεις του και ο σκηνικός διάκοσμος συντελούν πολύ στην πειστικότητα αυτή. Στην παράσταση υπάρχει έλεος και φόβος, κάθαρση και ηδονή. Κατά τον Αριστοτέλη όμως η δύναμη της τραγωδίας υπάρχει και χωρίς την παράσταση. Στοιχεία της δύναμης αυτής είναι τα φοβερά και οικτρά γεγονότα, καθώς και η κάθαρση αυτών, από τη μια, που αφορούν τη μίμηση της πράξης και ο όμορφος λόγος σαν εξωτερικό χαρακτηριστικό της. Όλα αυτά στο συνδυασμό τους έχουν σαν αποτέλεσμα την «οικεία ηδονή».Έτσι η κάθαρση είναι στοιχείο της δύναμης της τραγωδίας, που μαζί με τα άλλα, συμβάλλει στη δημιουργία της συναισθηματικής κίνησης, που χαρακτηρίζεται σαν «οικεία ηδονή», προϋπόθεση διδασκαλίας.

 

 

Ο έλεος και ο φόβος, χαρακτηριστικά της τραγικής πράξης, αφορούν το συναισθηματικό κόσμο των θεατών και δεν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα ούτε ενεργούν στον ίδιο βαθμό για όλους. Η κάθαρση όμως έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και προσδιορίζεται, όπως είπαμε, από την κοινωνική αντίληψη για δικαιοσύνη. Καμιάς τραγωδίας η έκβαση δεν υπαγορεύεται από την συναισθηματική παραφορά των θεατών. Δεν γίνεται εκείνο που θα ήθελαν να γίνει αλλά εκείνο που πρέπει. Και κανείς τραγικός ποιητής δεν θα τολμούσε να παρουσιάσει λύσεις, που θα έρχονταν σε σύγκρουση με τις κοινωνικές αξίες της εποχής του. Για τους τραγικούς ήρωες οι θεατές μπορούσαν να διαθέτουν μόνον «έλεος» και «φόβο». Τίποτε άλλο.

 

 

Η τραγική κάθαρση είναι μια περίπτωση ενός θεσμού της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας, απαραίτητη προϋπόθεση για κοινωνική ισορροπία. Η πράξη του φόνου του Λάιου, ή όποιου άλλου επέβαλλε την κάθαρσή της, σύμφωνα με το δίκαιο της πολιτείας, αφού ο φονιάς, φορέας μιάσματος, δημιουργούσε προβλήματα στην κοινωνική ομάδα. Και οποιοδήποτε σχετικό «πάθημα» έπρεπε να έχει την κάθαρσή του. Αυτό θα πει πως η κάθαρση στην τέχνη είναι ένα αντίγραφο του ανάλογου θεσμού του κοινωνικού βίου και όχι μια αμφίβολη συνέπεια μιας καλλιτεχνικής δραστηριότητας στο χώρο της ψυχικής ύπαρξης.

 

 

Μια πράξη του ανθρώπινου βίου, που γίνεται μύθος τραγωδίας, μεταφέρεται από τα ιστορικά της πλαίσια στην περιοχή της τέχνης ολοκληρωμένη, με όλα τα ουσιαστικά στοιχεία της, άρα και με την κάθαρση των «παθημάτων», που την αποτελούν, ακόμα κι αν το στοιχείο της κάθαρσης για οποιοδήποτε λόγο απουσιάζει απ’ την πραγματικότητα. Χωρίς την κάθαρση των παθημάτων η τραγωδία δεν έχει νόημα : χάνει το ιδεολογικό της υπόβαθρο. Χωρίς το έλεος και τον φόβο, που κι αυτά δεν είναι υποχρεωτικά στα πλαίσια της πραγματικότητας, δεν κατορθώνεται η «οικεία ηδονή», που αποτελεί το στόχο της τραγωδίας σαν προϋπόθεση διδασκαλίας.

 

 

Στην περιοχή της τέχνης το τραγικό ανήκει στον άνθρωπο - καλλιτέχνη. Ανήκει και στον άνθρωπο - θεατή, τον ικανό να συγκλονιστεί από το τραγικό «έλεος», τον τραγικό φόβο, το δέος, που οδηγούν στην κάθαρση. «Έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας....δι’ ελέους και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Ο χαρακτηρισμός είναι του Αριστοτέλη, που πρώτος χρησιμοποίησε τη λέξη κάθαρση, ως ψυχολογικό - αισθητικό όρο. Η επενέργεια της τραγωδίας πάνω στο θεατή προκαλεί εκτόνωση, που εξαγνίζοντας τον άνθρωπο από ενστικτώδεις παρορμήσεις, από πάθη και δεισιδαίμονες φόβους, τον ηρεμεί και υποτάσσει τη συμπεριφορά του σε κοινωνικά παραδεκτά πλαίσια.

 

 

Αυτού του είδους η κάθαρση απαντά σε δρώμενα των πιο υπανάπτυκτων πρωτόγονων. Στην περιοχή της λατρείας, κάθαρση, με την ανώτερη θρησκευτική και φιλοσοφική έννοια, είναι η αποκατάσταση της ψυχικής ηρεμίας και μ’ αυτή την ιδιότητα στηρίζει μυστήρια και Ιερά Δράματα, προσφέροντας στους μύστες και τους θεατές ηθικό εξαγνισμό και μεταφυσική ανάταση. Στα ιαματικά καθώς και στα αποτρεπτικά δρώμενα η ανάγκη αναδεύει συναισθήματα που συγκλονίζουν δρώντες και θεατές. Η ένταση και η διέγερση της τελετής έχει το ίδιο αποτέλεσμα που έχει το δράμα. Αυτή κάνει να ξεσπάσουν τα συναισθήματα των θεατών και τους καθαρίζει κατά την Αριστοτελική έννοια. Ο φόβος και η έχθρα, βρίσκουν διέξοδο. Οι εκτελεστές και οι θεατές βρίσκουν ανακούφιση και ελπίδα στην κοινή άμυνα.

 

 

Η κάθαρση ξεφεύγει από τα πλαίσια της καθημερινής, πολλές φορές δίχως τραγικό νόημα, πραγματικότητας. Έτσι ο λειτουργικός σκοπός της τραγωδίας δεν είναι το γνωστό τέλος του μύθου της, που λίγες πιθανότητες υπάρχουν να συγκινήσει τους θεατές, αλλά η παρουσίαση του θέματος με το Λόγο, σαν έκφραση και λογική συμπλοκή των περιστατικών, ώστε να αφυπνίζονται πνευματικά οι θεατές, να προβληματίζονται και νιώθοντας την «οικεία ηδονή», να διδάσκονται. Η «οικεία ηδονή» είναι η αποκλειστική κίνηση της ψυχής των θεατών της τραγωδίας και οφείλεται στη δύναμή της.

 

 

Η τραγωδία, λοιπόν, έρχεται να αφαιρέσει και να αποβάλλει το υπέρτατο και νοσηρό στοιχείο του φόβου και του ελέους, αποκαθιστώντας έτσι την ψυχική υγεία και ευεξία. Ο ρόλος της επομένως είναι ψυχοθεραπευτικός. Για τον Αριστοτέλη, οι τραγικές συγκινήσεις δεν επιδρούν επιζήμια στο ήθος των θεατών, γιατί είναι εξαγνισμένες, επειδή πηγάζουν από τη σύλληψη ενός υψηλού νοήματος της ανθρώπινης μοίρας. Επομένως, η από ελέους και φόβου ηδονή που χαρίζει η τραγωδία, υψώνει το θεατή σε μια ανώτερη ηθική και συγκινησιακή σφαίρα. Η τραγική ποίηση κάνει την ψυχή να δοκιμάζει όχι το κοινό έλεος και φόβο αλλά ένα εξαγνισμένο έλεος και φόβο, συγκινήσεις που υψώνουν τον άνθρωπο σε μια ανώτερη ηθική σφαίρα.

 

Οι τραγικοί ποιητές με αφετηρία τα μυθολογήματα τα διαμορφωμένα από την παράδοση, κάποτε μ’ ελαφρές τροποποιήσεις, που επιβάλλονται από την πολιτικοκοινωνική σκοπιμότητα, συγκροτούσαν τους μύθους των τραγωδιών τους. Και ο δικός τους ρόλος περιοριζόταν όχι τόσο στο «τι έγινε», αλλά στο «πώς έγινε», δηλαδή στην εκτέλεση του θέματος, στην ανάπλαση της «πράξης» κ.λ.π., ώστε να περάσουν το μήνυμά τους στους θεατές και να τους ψυχαγωγήσουν. Δεν τους ενδιέφερε τόσο η τύχη του ήρωα όσο η περίπτωση του, το «πάθημά» του, σαν σύμπτωμα στα πλαίσια του πολιτικού και κοινωνικού βίου.

 

 

Καθώς είναι γνωστό, ο Αριστοτέλης διατυπώνοντας τους κανόνες, που αφορούν την κάλλιστη τραγωδία, στηρίζεται στη σχετική πνευματική δραστηριότητα, όπως τη γνώρισε μελετώντας τις τραγωδίες του πέμπτου και τέταρτου αιώνα π.χ. Για την κάθε περίπτωση υποδείχνει, ποιο είναι το πιο σωστό και πετυχημένο, που το διαπίστωσε σε κάποια τραγωδία. Έτσι οι θεωρίες του αντανακλούν τη δραστηριότητα αυτή.

 

 

Έτσι τον Αριστοτελικό ορισμό της τραγωδίας, μπορούμε να τον αποδώσουμε : «τραγωδία είναι μίμηση πράξης, πραγματικότητας σοβαρής και ολοκληρωμένης με ανάλογο μέγεθος. Η μίμηση γίνεται με εξωραϊσμένο λόγο και διαφορετικό είδος λόγου στα διάφορα μέρη της και με πρόσωπα, που δρουν έτσι, ώστε να προκαλούν τον έλεος και το φόβο. Πέρας έχει την κάθαρση των οικτρών και φοβερών παθημάτων, οπότε αποδίδεται δικαιοσύνη σύμφωνα με τις κοινές αντιλήψεις.

 

 

Η τραγωδία με τη δύναμή της επιδρά στην ψυχή των θεατών, τους διεγείρει την «οικεία ηδονή» σαν προϋπόθεση διδασκαλίας. Ο G. A. Livraga λέει ότι «Το Μυστηριακό θέατρο, είναι βασικά παιδαγωγικό. Μέσα απ’ αυτό, σ’ οποιοδήποτε είδος του, πρόκειται να διδαχτεί κάτι, και ιδίως στην τραγωδία, να τραβήξει την προσοχή του θεατή με τρόπο ώστε να πάψει να είναι θεατής, ενσωματώνοντάς τον σιγά - σιγά στο έργο σαν να είναι ένας ακόμα ηθοποιός ή τουλάχιστον ένας που συμμετέχει ζωντανά παρακινούμενος από τα γεγονότα. Το κλασσικό θέατρο έχει κάτι το μυστικιστικό και το θρησκευτικό. Το ιδανικό του είναι να βγει ο θεατής διαφορετικός απ’ ότι μπήκε. Είναι κατά κάποιο τρόπο ένα Αλχημικό θέατρο, γιατί εισχωρεί στη μετάλλαξη των ανθρώπων μέσα από μια μαγική λειτουργία. Η συμμετοχή είναι αυτονόητη. Δε γίνεται το θέατρο αυτό για να ευχαριστεί, αυτό είναι δευτερεύον για τη σκοπιμότητα του ποιητή» (Μυστηριακό θέατρο, σελ. 11).

 

 

Ο Αριστοτέλης στην Πολιτική, μίλησε και για την κάθαρση μέσα από τη μουσική. Η κάθαρση απορρέει από την ίδια τη μουσική την οποία χρησιμοποιούν διάφορες μέθοδοι θεραπείας των δαιμονόπληκτων. Υποστηρίζει ότι αυτό που σε ορισμένες ψυχές προκαλεί το πάθος, κρύβεται σε όλες τις ψυχές με τη μόνη διαφορά ότι σε άλλες υπάρχει περισσότερο και σε άλλες λιγότερο, όπως συμβαίνει με το έλεος και το φόβο ή ακόμη και με τον ενθουσιασμό. Υπάρχουν πράγματι πρόσωπα τα οποία εξαιτίας της ταραχής, αισθάνονται αγωνία. Βλέπουμε τα πρόσωπα αυτά που καταφεύγουν στη μουσική, η οποία προκαλεί μανία στην ψυχή για να την εξαγνίσει, να έχουν ηρεμήσει σαν να έλαβαν ιατρικό καθαρτικό. Τα ίδια αποτελέσματα έχουν όσοι υπόκεινται στο έλεος και τον φόβο και φτάνουν στην κάθαρση και την ευχάριστη ανακούφιση.

 

 

Η κάθαρση συνδέεται στενά με την ιεροτελεστία του Κορυβαντισμού. Ο σύνδεσμος του μουσικού τρόπου και στη συγκεκριμένη περίπτωση του φρυγικού σκοπού που παίζεται κανονικά με αυλό και των διονυσιακών τελετών, είναι για τον Αριστοτέλη αυτονόητος. Ο αυλός και ο φρυγικός σκοπός, όπως παρατηρεί, έχουν σχέση με τον οργιασμό και την έκφραση του πάθους, διότι η βακχική και κάθε ταραχή αυτού του είδους, προέρχεται από την τέχνη του αυλού.

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Σήμερα, έχουμε χάσει την επαφή μας με το ιερό, το Αόρατο. Είναι ανάγκη να αναζητήσουμε ξανά το ιερό θέατρο, να αναζητήσουμε την κάθαρση από την υλική προσκόλληση. Και κλείνοντας ας θυμηθούμε τα λόγια του G. A. Livraga:: «Το θέατρο είναι η ζωή, όπου όλοι είμαστε άλλοτε ηθοποιοί και άλλοτε θεατές, που είναι μια διαφορετική μορφή του να είναι κανείς ηθοποιός σ’ αυτό το θέατρο. Γιατί κατά κάποιο τρόπο όλοι είμαστε ηθοποιοί και προσπαθούμε να παίζουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το ρόλο μας είτε στη σκηνή, είτε στις κερκίδες της ζωής. Είναι τότε το θέατρο μια φάρσα; Φαινομενικά ναι... όπως είναι και η ζωή... ένα καλειδοσκοπικό παιχνίδι αισθήσεων και σκέψεων, ηδονών και πόνων, κατοχών και απωλειών, ημερών και νυχτών, καλοκαιριών και χειμώνων, ζωών και θανάτων. Αλλά για μας τους θνητούς αυτή είναι η μοναδική μας πραγματικότητα και αυτή χρησιμοποιούμε για να σκαρφαλώσουμε τη δική μας εσωτερική Ακρόπολη και να εξαγνιστούμε κάνοντας σπονδές που θα μας καθαρίσουν από τηνσκόνη του δρόμου που έχουμε διανύσει.

Έχουμε αρχίσει από την τραγωδία, όχι μόνο επειδή είναι η πιο αρχαία μορφή μέσα στο ελληνικό θέατρο, αλλά επειδή είναι αυτή που συσχετίζεται περισσότερο με το θεό. Και η σημερινή ανθρωπότητα, κυρίως οι νέοι διψάμε για θεό. Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι όλοι έχουμε μια καθαρά θρησκευτική φύση, αλλά ριγμένοι στην παρούσα ενσάρκωση, ζώντας το ρόλο που μας έτυχε σ’ αυτήν την πράξη, σε μια αποξεραμένη έρημο όπου μόνο οι τρελοί και οι χαζοί, οι φανατικοί και οι ναρκομανείς υψώνουν μερικές φορές τα μάτια τους προς τα ύψη, εφόσον είναι οι περιθωριακοί αυτής της υλιστικής κοινωνίας, θέλουμε να ξαναπάρουμε το θείο σκήπτρο που σήμερα κυλάει ανάμεσα στις οπλές αυτού του μεγάλου ιστορικού αφηνιάσματος και να ξαναφτιάξουμε έναν κόσμο, ένα θέατρο, πιο σοφό, πιο καλό, πιο δίκαιο» (Μυστηριακό θέατρο, σελ. 207 - 208).

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.

 

- Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Γιοβάνη, εκδ.Γιοβάνη.

- Ο Σύμβουλος των νέων, Συγχρονισμένη έκδοση, Αθήνα 1979.

- Υδρία, Ελληνική και Παγκόσμια. Εταιρία Ελληνικών εκδόσεων Α.Ε., τόμος 29.

- Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος, Λαρούς, Μπριτάνικα, τόμος 27.

- Μεγάλη Ελληνική εγκυκλαπαίδεια, Παύλος Δρανδάκης, εκδ. Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», τόμος ΙΓ.

- Οι Έλληνες και το παράλογο, E. R. Dodds, εκδ. Μ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1978.

- Διόνυσος, ιστορία της λατρείας του Βάκχου, H. Jeanmaire, εκδ.Payot, Paris 1951.

- Τραγική άγνοια, Μιχαήλ. Ν. Καλογήρου, εκδ. Πολύπλευρο, 1988.

- Προϊστορία του θεάτρου, Κατερίνα Ι. Κακούρη, Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών, Αθήνα 1974.

- Πραγματεία πάνω στην ιστορία των θρησκειών, Mircea Eliade, εκδ. Ι. Χατζηνικολή, Paris 1964.

- Δραματική ποίηση, Μεταφρ. Γ. Γρυπάρη, Θ. Σταύρου, ΟΕΔΒ.

- Ιερές τελετές στην αρχαία τέχνη, Jane Ellen Harrison, εκδ. Ιάμβλιχος, Αθήνα 1995

 

 

 


Newsletter

Σεμινάρια - Ομιλίες

 

“Εσωτερική Ψυχολογία” 

Σεμινάριο Ψυχολογίας

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου

 8.00μμ - 9.00μμ

Παύλου Μελά 18 με Τσιμισκή

1ος όροφος

Τηλ. 2310 285020

Περισσότερα

Αρχές & Στόχοι

1 - Συναδελφοσύνη

Η προώθηση ενός Ιδεώδους παγκόσμιας συναδελφοσύνης, που βασίζεται στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, πέρα από διαφορές φυλετικές, μορφωτικές, θρησκευτικές, κοινωνικές ή φύλου.

2 - Γνώση

Η αγάπη για τη σοφία, η οποία, μέσα από τη συγκριτική μελέτη των φιλοσοφιών, θρησκειών, επιστημών και τεχνών, προωθεί τη γνώση για το σύμπαν, τη φύση και τον άνθρωπο.

3 - Ανάπτυξη

Η ανάπτυξη των καλύτερων στοιχείων του ανθρώπου, προωθώντας τη βελτίωση του ατόμου και την ένταξή του στη φύση και την κοινωνία, όχι ως απλό παρατηρητή, αλλά ως ενεργό συμμετέχοντα σε έναν κόσμο που χρειάζεται βελτίωση.

Free Press

Βιόρυθμοι

Υπολογίστε τώρα τους βιόρυθμούς σας και
ρυθμίστε ανάλογα την ημέρα σας!