Η Ανατομία του Γέλιου

Υπάρχουν τόσοι ορισµοί του γέλιου όσοι και άνθρωποι. Υπάρχει, για παράδειγµα, ο ορισµός του λεξικού. «Γέλιο (το) η ταυτόχρονη σύσπαση των µυών (των χειλέων και των παρειών) σε έκφραση ευχαρίστησης, ευθυµίας, ειρωνείας, χλευασµού, καθώς και οι ηχηρές εκπνοές που τις συνοδεύουν». Κατά µία έννοια, ακόµα και αυτός ο ορισµός µπορεί να προκαλέσει γέλιο. Διότι εξηγεί τη λέξη, αλλά χάνει το νόηµα.

 

Το γέλιο, σηµειώνει ο Ζαν Μπερνµπόµ, είναι µια έκφραση ελευθερίας. Γι’ αυτό και µπορούµε να γελάµε µε όλα αλλά όχι και µε τον οποιονδήποτε, κυρίως όχι µε τους εχθρούς της ελευθερίας – σύµφωνα µε τη διάσηµη ρήση του µεγάλου κωµικού και συγγραφέα Πιερ Ντεσπρόζ. Η αλήθεια αυτή όµως ξεπερνά τα πολιτικά διακυβεύµατα. Για να αξίζει το όνοµά του, το γέλιο πρέπει να σπάει τις αλυσίδες της ανθρώπινης ύπαρξης, να δυναµιτίζει τις βεβαιότητές µας, να κλονίζει την ταυτότητά µας ακριβώς τη στιγµή που αυτή απειλεί να παγ(ι) οποιηθεί. Μια τέτοια δόνηση δεν µας αφήνει ποτέ άθικτους, ενσωµατώνει στην καθηµερινότητά µας την έκπληξη, το άνοιγµα, τη συνάντηση, σχεδιάζει το περίγραµµα µιας κοινότητας, χαιρετίζει την ανάκτηση µιας αµοιβαίας αναγνώρισης, µιας πιθανής κοινής εµπειρίας, χειραφετεί.

 

Πολύ θεωρητικό; Ο συγγραφέας Ντοµινίκ Νογκέζ, ακόµα ένας προσκεκληµένος της εφηµερίδας «Le Μonde», µαζί µε τον κοσµοπολίτη και ουµανιστή φιλόσοφο Τζορτζ Στάινερ, τον ιστορικό Αντουάν Λε Μπεκ και τόσους άλλους, προτείνει µια διαφορετική προσέγγιση του γέλιου:

«Είτε πρόκειται για µια έκφραση συνενοχής ή ρήξης µε τον κόσµο, είτε για µια έκφραση µοναχική ή βαθιά συλλογική, το γέλιο είναι εξίσου άρρηκτα συνδεδεµένο µε την ευχαρίστηση όσο και ο οργασµός. Είναι ασφαλώς ένας µικρός, πολύ µικρός οργασµός, λιγότερο ισχυρός, λιγότερο βίαιος, περισσότερο ελεγχόµενος ενδεχοµένως από το πρότυπό του (αν και το ακατάσχετο γέλιο ενίοτε το πλησιάζει). Δεν υπάρχει όµως χιούµορ – ούτε καν, παραδόξως, µακάβριο χιούµορ – χωρίς αυτό το ζεστό ρίγος της απόλαυσης που προστίθεται στο κρύο ρίγος του τρόµου. Η απόλαυση, πρώτα και πάνω από όλα, να αψηφάς την αντιξοότητα, να αφαιρείς κάτι από το βάρος της µε αυτή τη στρατηγική».

Από την αρχαιότητα.

Ο Ηράκλειτος, όσο περισσότερο συνειδητοποιούσε αυτό τον αλληλοσπαραγµό στον κόσµο τόσο περισσότερο µελαγχολικός γινόταν. Εκλαιγε. Γιατί δεν άντεχε την καταστροφή των µορφών. Ο Δηµόκριτος, από την άλλη, γελούσε. Επειδή γι’ αυτόν δεν υπήρχαν µορφές, παρά µόνο άτοµα – άτοµα πυκνότερα εδώ και αραιότερα εκεί. Ο Δηµόκριτος γελούσε συχνά, γελούσε µε την τρέλα των ανθρώπων, θεωρούσε την ευθυµία σπουδαίο αγαθό.

Το γέλιο βρήκε από την πρώτη στιγµή τη θέση του στη φιλοσοφία, άργησε όµως πολύ να βρει µια θέση στην επιστήµη της Ιστορίας. Και σήµερα ακόµα οι ιστορικοί αρνούνται να το πάρουν στα σοβαρά, το αντιµετωπίζουν µε συγκατάβαση. Εντούτοις, σηµειώνει ο Αντουάν ντε Μπεκ, το γέλιο, όπως και ο φόβος ή ο θάνατος, είναι µια κοινωνική πρακτική, στέκεται ανάµεσα στην απεικόνιση του εγώ και του άλλου, ο ρόλος του στην κοινωνία προσδιορίζει µια ανθρωπολογία των χειρονοµιών και των τελετουργιών, επιτρέπει τη µελέτη των ατόµων όπως και της οµάδας. Στη σηµερινή κοινωνία, για παράδειγµα, δύο είναι τα µεγάλα ερωτήµατα όσον αφορά το γέλιο: Μπορούµε να γελάµε µε όλα; Και πόσο κακό έχει κάνει στο γέλιο η εµπορευµατοποίησή του;

«Μπορούµε να γελάµε µε τα πάντα»

«Η φιλοσοφία», σηµειώνει ο κωµικός σεναριογράφος, ηθοποιός και χρονογράφος Φρανσουά Ρολάν, «συνίσταται στο να κοιτάζεις τα πράγµατα από λίγο πιο κοντά. Το χιούµορ, στο να τα κοιτάζεις από λίγο πιο µακριά, ώστε να αποκτάς και µια διαφορετική οπτική. Οταν ο φιλόσοφος δεν είναι ικανός για λίγο χιούµορ, είναι απλώς κάποιος που κάνει µάθηµα. Οταν ο κωµικός δεν στοχάζεται πάνω στο µέλλον του ανθρώπου και στις συγκυρίες της εποχής, είναι απλώς ο διασκεδαστής που ανεβαίνει στη σκηνή στο τέλος του συµποσίου. Από αυτή την άποψη, οι δύο αυτοί κλάδοι συνδέονται».

Για τον Ρολάν, το πρόβληµα µε το χιούµορ σήµερα έγκειται στην εµπορευµατοποίησή του, στην απόλυτη εκµετάλλευσή του από την αγορά. Οι διαφηµιστές κάνουν χιούµορ, οι επιχειρήσεις µισθώνουν κλόουν. Το χιούµορ χάνει την ιδιαιτερότητα που του δίνουν αυτή η ελαφρότητα, η ποίηση, η ρήξη, και κυρίως η ελευθερία. Η εµπορική του χρήση το στερεί από την πρωταρχική του λειτουργία, αυτή της χειραφέτησης, της απελευθέρωσης. Το ηχηρό, βροντερό, σαρκαστικό γέλιο του γελωτοποιού σήµαινε «δεν συµφωνώ µαζί σας, δεν σκέπτοµαι όπως εσείς. Αλλιώς θα έπρεπε να είναι τα πράγµατα».

Το γέλιο που περιγράφουν οι φιλόσοφοι είναι ένα εργαλείο ελευθερίας, µια βίαιη κλωτσιά στην καθεστηκυία τάξη. Σήµερα, οι περισσότεροι επαγγελµατίες του γέλιου προσποιούνται ότι ενοχλούν, αλλά δεν το κάνουν. Στέλνουν τα παραδοσιακά σηµάδια του γέλιου, αλλά στην πραγµατικότητα αναισθητοποιούν τον κόσµο. «Αθετούν την υπόσχεση που δίνουν και µαζί κάνουν την εξουσία να τρίβει τα χέρια της».

Για τον Ρολάν, το ερώτηµα «µπορούµε άραγε να γελάµε µε όλα;» δεν τίθεται καν. «Είµαι κατηγορηµατικός. Μπορούµε να γελάµε µε το κάθε τι, αρκεί να είναι αστείο για εµάς. Κάθε φορά που επιχειρούµε να βάλουµε ένα όριο, είναι σαφές πως τίποτα δεν εµποδίζει τη µετατόπιση του ορίου αυτού προς τα πάνω ή προς τα κάτω, µε ευκολία, για να καταλήξουµε, τελικά, στο συµπέρασµα πως το όριο αυτό είναι αυθαίρετο, αθέµιτο. Κανείς δεν µπορεί να αποφασίσει στη θέση µου αν µπορώ και πρέπει να γελάσω ή όχι, κανείς δεν έχει δικαίωµα να απαγορεύσει στον άλλο το γέλιο».

 

Πηγή: Τα Νέα

Δείτε επίσης: