Ποια είναι η ηλικία των πυραμίδων;

Ποια είναι η ηλικία των πυραμίδων;

 

Πως τεκμηριώνεται η κρατούσα θεώρηση για τη χρονολόγηση της μεγάλης πυραμίδας

Η διαφωνία που είχε ξεκινήσει από τον John Anthony West και τον Robert Schoch σχετικά με την πραγματική ηλικία της Μεγάλης Αιγυπτιακής Σφίγγας έχει ήδη εξαπλωθεί στα υπόλοιπα διάσημα μνημεία που μοιράζονται τον χώρο του οροπεδίου της Γκίζας και συγκεκριμένα τις τρεις πυραμίδες που θεωρείται ότι κατασκευάστηκαν από τους Φαραώ Χέοπα, Χαφρίνο και Μικερίνο στη διάρκεια της τέταρτης Δυναστείας. Χτίστηκαν αυτές οι πυραμίδες μόλις πριν από 4.300 χρόνια ή όπως με την περίπτωση της Σφίγγας υπάρχουν ενδείξεις που υποδηλώνουν πως θα μπορούσαν να είναι πολύ πιο αρχαίες και να έχουν κατασκευαστεί ίσως και πριν από 12.000 χρόνια;

Ας αρχίσουμε ερευνώντας την ηλικία της Μεγάλης Πυραμίδας. Η συντηρητική ιστορική θεώρηση που τοποθετεί την κατασκευή της στην τέταρτη Δυναστεία στηρίζεται σε δύο βασικά στοιχεία. Το πρώτο είναι η ιστορία του Ηρόδοτου, ο οποίος το 443 π.Χ. επισκέφτηκε την Αίγυπτο και αφηγήθηκε πως ο Φαραώ Χέοπας (Khufu) έκτισε την πυραμίδα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του. Σύμφωνα με την αφήγηση του Ηροδότου, χρειάστηκαν να εργαστούνε 100.000 άνθρωποι για 20 χρόνια. Παρολαυτά σήμερα γνωρίζουμε ότι αυτή η μαρτυρία είναι αμφισβητήσιμη. Ακόμα και οι σύγχρονοί του αποκαλούσαν τον Ηρόδοτο ως «πατέρα του ψέματος». Εκτός από το γεγονός ότι η περιγραφή που έδωσε μοιάζει να μην ανταποκρίνεται στο πως κατασκευάστηκε η πυραμίδα, ο Ηρόδοτος που είχε συμμετάσχει στις μυστηριακές σχολές της Αιγύπτου είχε ορκιστεί να αποκρύψει την αληθινή φύση της πυραμίδας και είναι πολύ πιο πιθανό να υιοθέτησε στη διήγησή του μία φανταστική ιστορία σχετικά με το μνημείο, που εκείνη την εποχή κυκλοφορούσε ανάμεσα στον λαό. Η μαρτυρία του έρχεται σε αντίθεση με τις περισσότερες αιγυπτιακές, εβραϊκές, ελληνικές, ρωμαϊκές, ερμητικές, κοπτικές και μεσαιωνικές αραβικές σχολαστικές πηγές, οι οποίες συμφωνούν ότι η μεγάλη πυραμίδα δεν χτίστηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Χέοπα στη δυναστική Αίγυπτο, αλλά ήταν το προϊόν της ‘Εποχής των Θεών’, χιλιάδες χρόνια νωρίτερα.

Το δεύτερο στοιχείο που κλήθηκε για να τεκμηριώσει την παραδοσιακή χρονολόγηση της πυραμίδας είναι η ύπαρξη μιας ζωγραφισμένης ιερογλυφικής επιγραφής που βρέθηκε στον θάλαμο αποσυμπίεσης επάνω από τον θάλαμο του Βασιλιά, η οποία περιλαμβάνει το όνομα του Φαραώ Χέοπα. Θεωρείται ότι ανακαλύφθηκε το 1837 από τον συνταγματάρχη Richard Howard Vyse, όταν προσπάθησε με βία να φτάσει στους θαλάμους αυτούς χρησιμοποιώντας εκρηκτικά μέσα. Αλλά υπάρχουν ενδείξεις που συνηγορούν στο ότι η επιγραφή αυτή δεν είναι αυθεντική.

Την εποχή που ο Howard Vyse ξεκίνησε την αποστολή του για να ανακαλύψει θαλάμους πάνω από τον θάλαμο του Βασιλιά, η άδεια ανασκαφών που είχε από τις αιγυπτιακές αρχές, καθώς και η οικονομική του στήριξη κόντευαν να εξαντληθούν. Ήταν απαραίτητο γι’ αυτόν να κάνει μία μεγάλη ανακάλυψη όσο το δυνατόν συντομότερα ώστε να συνεχίσει τις έρευνές του. Ήλπιζε πως η περιοχή πάνω από τον θάλαμο Davison (ο πρώτος θάλαμο αποσυμπίεσης που ανακαλύφθηκε από τον Nathaniel Davison το 1765) θα περιείχε ένα μεγάλο κρυμμένο δωμάτιο ή μια κρύπτη και απογοητεύτηκε όταν έφερε στο φως απλά ακόμα έναν θάλαμο αποσυμπίεσης, που απείχε πολύ από την δραματική ανακάλυψη που χρειαζόταν.

Μόλις πριν από δύο μήνες, ο ανταγωνιστής του, ο ιταλός ερευνητής Captain Caviglia, είχε συνταράξει τους κύκλους των αρχαιολόγων με το εύρημά του, που ήταν μια πλούσια πηγή επιγραφών σε κάποιους τάφους κοντά στη μεγάλη πυραμίδα. Αυτή η πηγή επιγραφών είχε τη μορφή ιερογλυφικών που είχαν ζωγραφιστεί με κόκκινη μπογιά και είχαν χρησιμοποιηθεί από τους κατασκευαστές του Παλαιού Βασιλείου ως οδηγίες για το που θα έπρεπε να τοποθετηθούν οι ογκόλιθοι. Κάποιοι σύγχρονοι ερευνητές υποπτεύονται σήμερα πως στην μάχη για το ποιος θα επικρατήσει ανάμεσα στους αρχαιολόγους της τότε εποχής, ο Howard Vyse προσπάθησε να επισκιάσει τη φήμη του Caviglia και να ανανεώσει την υποστήριξη που χρειαζόταν για τις έρευνές του, με μία παρόμοια αλλά πολύ πιο εντυπωσιακή ‘ανακάλυψη’, κατασκευάζοντας μία απομίμηση αυτών των επιγραφών μέσα στην ίδια τη μεγάλη πυραμίδα. Η σχεδίαση τέτοιων επιγραφών ήταν σχετικά εύκολη, εφόσον οι Άραβες ακόμα χρησιμοποιούσαν την κόκκινη ώχρα, που ονομάζεται ‘moghrah’ και που δεν διαφέρει καθόλου από την αρχαία.

Ποτέ δεν απαντήθηκε η ερώτηση, γιατί οι επιγραφές βρέθηκαν μόνο στον θάλαμο αποσυμπίεσης που άνοιξε ο Howard Vyse, ενώ καμία παρόμοια επιγραφή δεν βρέθηκε στον θάλαμο του Davison, με τον οποίο ο συνταγματάρχης δεν είχε έρθει σε επαφή αφού είχε ανακαλυφθεί το 1765.

Σημαντικές ενστάσεις παρουσιάζονται επίσης εάν εξεταστεί η φύση των ίδιων των επιγραφών. Ο Samuel Birch, ειδικός στα ιερογλυφικά στο Βρετανικό Μουσείο, ήταν μέσα στους πρώτους που ανέλυσαν τις επιγραφές του θαλάμου αποσυμπίεσης και πρόσεξε κάποιες ιδιορρυθμίες σ’ αυτές, που δεν έχουν απαντηθεί μέχρι και σήμερα. Αυτές οι ιδιορρυθμίες αντιστοιχούν σε σημαντικά λάθη που έγιναν από αυτόν που σχεδίασε τις επιγραφές. Ο Birch πρόσεξε για παράδειγμα, πως πολλά από τα σύμβολα δεν ήταν ιερογλυφικά αλλά ανήκαν στην ιερατική γραφή. Η ιερατική γραφή ήταν ένα είδος συντομογραφίας που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του Μέσου Βασιλείου, ή τουλάχιστον χίλια χρόνια μετά από την τέταρτη Δυναστεία. Σε ένα σημείο, ακριβώς μετά από ένα βασιλικό καρτούς, ο τίτλος που δίνεται είναι ‘ο Ισχυρός στην Επάνω και την Κάτω Αίγυπτο’, που αντιστοιχεί στον τρόπο που είχε πρωτοεμφανιστεί ο τίτλος αυτός κατά τη διάρκεια της σαϊτικής περιόδου τον 6ο π.Χ. αιώνα, δηλαδή 2.000 χρόνια μετά από τη βασιλεία του Χέοπα.

Σε κάποιο άλλο σημείο, το ιερογλυφικό σύμβολο που αναπαριστά το ‘καλός, φιλεύσπλαχνος’ χρησιμοποιήθηκε ως ο αριθμός ’18’, χρήση που δεν έχει συναντηθεί πουθενά αλλού σε ολόκληρο το σώμα της αιγυπτιακής φιλολογίας.

Στην πραγματικότητα ο Birch και μεταγενέστεροι αιγυπτιολόγοι όπως ο Carl Richard Lepsius και ο Sir Flinders Petrie είχαν παραξενευτεί από το πλήθος των εξαιρέσεων στη χρήση του θαλάμου αποσυμπίεσης, σχετικά με τις επιγραφές που βρέθηκαν εκεί και που δεν συμβάδιζαν με οτιδήποτε άλλο είχε βρεθεί σε ιερογλυφικά της τότε εποχής.

Στη πιθανότατα πιο αυθάδη πλαστογραφία που έχει γίνει ποτέ, στους θαλάμους που ανακάλυψε ο Howard Vyse μπορεί κανείς να συναντήσει τεράστια σύγχυση σχετικά με την εμφάνιση του ονόματος του Χέοπα. Την εποχή που οι θάλαμοι αυτοί είχαν ανοιχτεί, το καρτούς του Φαραώ δεν είχε ακόμα αποκαλυφθεί πλήρως ανάμεσα στις άλλες ανασκαφές και υπήρχαν πολλές εκδοχές για να διαλέξει κανείς ποιο καρτούς ήταν το πιο αντιπροσωπευτικό για την πυραμίδα. Ως αποτέλεσμα, ένας αριθμός από ακατέργαστες υβριδικές μορφές εμφανίστηκαν στους θαλάμους αποσυμπίεσης, όπως ‘Κνεμ-Κουφ’, ‘Σουφις’, ‘Σαφου’, κ.λπ. Το πρόβλημα με το πρώτο από αυτά τα ονόματα, το ‘Κνεμ-Κουφ’, είναι ότι σήμερα γνωρίζουμε πως αντιστοιχεί στο ‘αδελφός του Χέοπα’ και αναφέρεται στον Χαφρίνο που διαδέχτηκε τελικά τον Χέοπα (Χέοπας: Khufu Khnem-Khuf-u: αδελφός του Khufu). Για χρόνια η εμφάνιση αυτού του δεύτερου βασιλικού ονόματος δεν είχε εξηγηθεί και όπως παρατήρησε ο Gaston Maspero στο ‘Η Αυγή του Πολιτισμού’ (The Dawn of Civilization): “Η ύπαρξη των δύο καρτούς του Χέοπα και του Κνεμ-Κουφ στο ίδιο μνημείο, προκάλεσε μεγάλη αμηχανία στους αιγυπτιολόγους.”

Ένα επιπλέον σημείο με ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι, όταν εμφανίζεται το σωστό ιερογλυφικό όνομα του Χέοπα, είναι γραμμένο με λάθος τρόπο. Οι ιερογλυφικές πηγές που είχε στη διάθεσή του ο Howard Vyse το 1837 (Sir John Gardner Wilkinson’s Material Hieroglyphia και Leon de Laborde’s Voyage de l’Arabee Petree) αναπαριστούσαν λανθασμένα το πρώτο σύμβολο του ονόματος του Χέοπα ως ένας ανοιχτός κύκλος με μία τελεία στη μέση, που είναι το σύμβολο του Ρα (ο Θεός Ήλιος), αντί για έναν συμπαγή δίσκο, που αντιστοιχεί στο φώνημα ‘kh’ (από το Khufu). Ο Howard Vyse έκανε το τραγικό λάθος να αντιγράψει το λάθος στο ψηλότερο σημείο των θαλάμων αποσυμπίεσης, έτσι ώστε εάν μεταφραστεί με ακρίβεια προκύπτει το όνομα ‘Raufu’ και όχι ‘Khufu’. Και πάλι, πουθενά αλλού στην αιγυπτιακή φιλολογία, εκτός από τις επιγραφές του συγκεκριμένου θαλάμου, δεν έχει βρεθεί αυτός ο τρόπος γραφής του ονόματος του Χέοπα.

Αυτό το τελευταίο λάθος ολοκληρώνει την εκδοχή, ότι ο Howard Vyse έφτιαξε τα κόκκινα σημάδια της επιγραφής και όχι οι πραγματικοί κατασκευαστές της μεγάλης πυραμίδας. Και μαζί μ’ αυτό, καταρρέει και η απόδειξη ότι η μεγάλη πυραμίδα είχε χτιστεί από τον Φαραώ Χέοπα.

Στην πραγματικότητα διαθέτουμε την διαθήκη του ίδιου του Χέοπα, που καταμαρτυρεί ότι έκανε μόνο επισκευαστικού τύπου εργασίες στη μεγάλη πυραμίδα. Η επιτύμβια στήλη που βρέθηκε το 1857 από τον Auguste Mariette στα ανατολικά της πυραμίδας και που χρονολογείται περίπου στα 1500 π.Χ., σύμφωνα με τον Maspero και άλλους ειδικούς παρουσιάζει ενδείξεις αντιγραφής από μία πολύ παλαιότερη στήλη που είχε κατασκευαστεί στα χρόνια της τέταρτης Δυναστείας. Σ’ αυτή τη στήλη ο ίδιος ο Χέοπας αναφέρει για τις ανακαλύψεις του όταν καθάριζε την άμμο από την πυραμίδα και τη Σφίγγα. Αφιέρωσε την αφήγησή του στην Ίσιδα, την οποία αποκαλεί ‘Κυρία του Δυτικού Βουνού’, ‘Κυρία της Πυραμίδας’ και αναγνωρίζει την ίδια την πυραμίδα ως ‘το Σπίτι της Ίσιδος’.

Η στήλη περιγράφει πως ο Φαραώ Χέοπας “της έκανε (στην Ίσιδα) μία νέα προσφορά και έχτισε ξανά (για να συνεφέρει, ανανεώσει, ξαναχτίσει) το πέτρινό της μνημείο”. Σύμφωνα με το κείμενο, ο Φαραώ μπορούσε από εκείνο το σημείο να ατενίζει τη Σφίγγα και αναφέρει πως στα χρόνια του, το μνημείο και μία κοντινή συκομουριά χτυπήθηκαν από έναν κεραυνό. Το χτύπημα έκοψε ένα κομμάτι από το κεφάλι της Σφίγγας, το οποίο ο Χέοπας επιδιόρθωσε με μεγάλη προσοχή. Ο αιγυπτιολόγος Selim Hassan, που το 1930 ανάσκαψε τη Σφίγγα από την άμμο που την περιέβαλλε, παρατήρησε πως υπάρχουν στοιχεία που υποδεικνύουν πως η Σφίγγα είχε πάθει ζημιά από κεραυνό και πως τα σημάδια από κάποια επιδιόρθωση που της είχε γίνει στην αρχαιότητα είναι εμφανή. Επίσης σημείωσε, πως στη νότια πλευρά του μνημείου φύτρωναν κάποτε συκομουριές, που είχαν πολύ μεγάλη ηλικία.

Η στήλη καταλήγει με την ιστορία του πως ο Χέοπας έχτισε μικρές πυραμίδες για τον ίδιο και τις κόρες του, τη γυναίκα και την οικογένειά του, δίπλα στη μεγάλη πυραμίδα. Σήμερα, τα απομεινάρια από τρεις μικρές πυραμίδες βρίσκονται πράγματι στην ανατολική πλευρά του μνημείου. Οι αρχαιολόγοι έχουν βρει ανεξάρτητα ευρήματα που εμφανίζουν ότι η νοτιότερη από τις τρεις μικρές πυραμίδες που συνορεύει με την μεγάλη πυραμίδα, ήταν στην ουσία αφιερωμένη στην Χενουτσέν, σύζυγο του Χέοπα. Εάν τα παραπάνω στοιχεία αληθεύουν, τότε η πρόσθετη πληροφορία ότι ο Χέοπας ήταν μόνο επισκευαστής της μεγάλης πυραμίδας και όχι ο κατασκευαστής της, θα πρέπει να ληφθούν ως ιστορικά έγκυρα.

 

 

Οι Αρχαίοι θρύλοι συναντούν τη σύγχρονη έρευνα

Εάν εξετάσει κανείς την μυθική ιστορία της προέλευσης της μεγάλης πυραμίδας, ανακαλύπτει ότι το μνημείο δεν ήταν αφιερωμένο σε κανέναν Φαραώ, αλλά ήταν το προϊόν της μεγαλοφυούς υψηλής τέχνης των Θεών των Αρχαίων. Ξανά και ξανά, από τον ρωμαίο Marcellinus στον κόπτη Al Masudi και τον άραβα Ibn Abd Alhokim, οι αφηγητές των αρχαίων θρύλων αναφέρουν πως χτίστηκε η μεγάλη πυραμίδα για να προστατεύσει τη γνώση ενός μεγαλειώδους πολιτισμού από καταστροφή λόγω πλημμύρας και πως αυτή η πλημμύρα ήταν που έφερε στην εποχή των θεών το τραγικό της τέλος.

Οι διάφορες χρονολογήσεις των θρυλικών Βασιλειάδων τοποθετούν την εποχή αυτή τουλάχιστον στο 10.000 π.Χ.. Αυτά είναι και τα χρόνια που ο Πλάτων στον Τίμαιο και τον Κριτία τοποθέτησε την καταστροφή της Ατλαντίδας. Και είναι επίσης η ίδια χρονολογία, όπως μπορεί να αποδειχθεί από σύγχρονες επιστημονικές μελέτες, που χαρακτηρίστηκε από σημαντικές κλιματικές, γεωλογικές και γεωμαγνητικές διαταραχές, συνοδευόμενες από μαζικές παλαιο-βιολογικές εξαφανίσεις στον πλανήτη, σημειώνοντας τη μεταβατική φάση μεταξύ της εποχής των πάγων και της τωρινής εποχής.

Οι γεωλόγοι που εξέτασαν τα απολιθώματα που βρέθηκαν στην Αίγυπτο, ανακάλυψαν ότι η επίδραση του λιωσίματος των πάγων στα ‘Βουνά της Σελήνης’ σε συνδυασμό με μία έντονη αύξηση των επιπέδων καθίζησης στην κεντρική Αφρική, προκάλεσε το 10.000 π.Χ. μία τεράστια πλημμύρα στο Νείλο που παρέσυρε παρόχθιους βράχους πολλά μίλια μακριά και ξέπλυνε ολόκληρη την κοιλάδα σε όλη την περιοχή της Αιγύπτου. Την ίδια εποχή, καθώς η Μεσόγειος Θάλασσα άρχισε να γεμίζει και να υψώνεται λόγω της αύξησης του επιπέδου των νερών που προέκυψε από το λιώσιμο των πάγων του Βορά, τα νερά της για μια σύντομη περίοδο γέμισαν το κατώτερο τμήμα της κοιλάδας του Νείλου. Αυτά είναι σύμφωνα με τους γεωλόγους τα τελευταία σημαντικά γεγονότα που αφορούν τις πλημμύρες της Αιγύπτου, πριν από την αποχώρηση της θάλασσας που άφησε τον Νείλο στη σημερινή του σχετικά ήρεμη ροή. Εν τούτοις, αν και είναι γνωστά τα παραπάνω, οι γεωλόγοι διστάζουν να εξηγήσουν γιατί υπάρχει ένα στρώμα ιζήματος πάχους 4 μέτρων γύρω από τη βάση της μεγάλης πυραμίδας, στρώμα που επίσης περιέχει πολλά όστρακα και το απολίθωμα μιας θαλάσσιας αγελάδας, τα οποία σύμφωνα με χρονολόγηση με τη μέθοδο του ραδιενεργού άνθρακα, έχουν ηλικία 11.600 χρόνων (συν πλην 300 χρόνια).

Θρύλοι και γραπτά μνημεία κατά τον ίδιο τρόπο αναφέρονται στο γεγονός, ότι πριν από την αφαίρεση του πέτρινου επικαλύμματος της πυραμίδας από τους Άραβες, μπορούσε κανείς να δει στις πέτρες αυτές σημάδια που είχαν σχηματιστεί από το νερό, σε ύψος που έφτανε στο μισό του συνολικού ύψους της πυραμίδας, δηλαδή στα 73 μέτρα που είναι περίπου 122 μέτρα πιο πάνω από το σημερινό ύψος των νερών του Νείλου. Ο μεσαιωνικός άραβας ιστορικός Al Biruni γράφοντας στην πραγματεία του ‘Η Χρονολογία των Αρχαίων Κρατών’ (The Chronology of Ancient Nations) σημείωσε: “Οι Πέρσες και η μεγάλη μάζα των Μάγων εκτιμούν πως οι κάτοικοι της Δύσης, όταν είχαν προειδοποιηθεί από τους Σοφούς, κατασκεύασαν κτίρια για το Βασιλιά και τις πυραμίδες της Γκίζας. Τα ίχνη από τα νερά του κατακλυσμού και τα αποτελέσματα των κυμάτων είναι ακόμα ορατά σ’ αυτές τις πυραμίδες στη μέση του ύψους τους, μέχρι το σημείο που είχε φτάσει το νερό”. Στα παραπάνω συνηγορεί η παρατήρηση που έγινε όταν είχε ανοιχτεί για πρώτη φορά η πυραμίδα και σύμφωνα με την οποία βρέθηκε μέσα της μία κρούστα αλατιού με πάχος 2,5 εκατοστά. Το περισσότερο από αυτό το αλάτι αποτελεί φυσιολογική έκχυση από τον πέτρινο τοίχο, αλλά χημικές αναλύσεις δείχνουν επίσης πως μέρος του αλατιού έχει μεταλλική σύσταση που μοιάζει με αυτή του θαλασσινού αλατιού.

Συνεπώς, κατά την διάρκεια της προϊστορικής πλημμύρας, όταν τα νερά είχαν περικυκλώσει τη μεγάλη πυραμίδα, οι γνωστές και οι άγνωστες είσοδοι παρουσίασαν διαρροές, επιτρέποντας το νερό να περάσει στο εσωτερικό της πυραμίδας, το οποίο στη συνέχεια εξατμίστηκε αφήνοντας πίσω του το αλάτι. Οι περιοχές στις οποίες βρέθηκε αλάτι συμφωνούν με την μαρτυρία ότι η πυραμίδα είχε σκεπαστεί στο μισό της ύψος από το νερό.

Εάν οι πλημμύρες του 10.000 π.Χ. ήταν τα τελευταία μαζικά καταστροφικά γεγονότα της Αιγύπτου και εάν η πυραμίδα παρουσιάζει σημάδια έκθεσης στις πλημμύρες αυτές, τότε η πυραμίδα θα πρέπει να υπήρχε πριν από την εποχή αυτή. Οι περισσότεροι αιγυπτιολόγοι δυσκολεύονται ακόμα να δεχτούν αυτήν τη θεμελιώδη κατάρριψη της χρονολόγησης που έχουν κάνει για την πυραμίδα.

Τις χρονιές 1983 και 1984 ο προϊστοριολόγος Robert J. Wenke του πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον και πρόεδρος του Αμερικανικού Ερευνητικού Κέντρου στην Αίγυπτο πήρε άδεια να συλλέξει ασβεστολιθικά δείγματα από διάφορες κατασκευαστικές περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της μεγάλης πυραμίδας και του ναού της Σφίγγας. Τα δείγματα περιείχαν σωματίδια από κάρβουνο, απομεινάρια από έντομα, γύρη και άλλα οργανικά υλικά που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ανάλυση με τη μέθοδο του άνθρακα 14. χρησιμοποιώντας δύο εργαστήρια ραδιοχρονολόγησης το Ινστιτούτο μελέτης του Ανθρώπου στο Southern Methodist University και το Ινστιτούτο Ενεργειακής Φυσικής της Ζυρίχης τα δείγματα αποκάλυψαν διάφορα παράξενα. Για τα δείγματα που προέρχονταν από τη μεγάλη πυραμίδα τα τεστ που έγιναν από τα δύο εργαστήρια έδωσαν αρχικά ένα μεγάλο χρονικό πλαίσιο, με χρονολογίες που διέφεραν μεταξύ τους μερικές χιλιάδες χρόνια. Όταν εφαρμόστηκαν κάποιες ειδικές ‘ρυθμίσεις’ στα δεδομένα, το χρονικό πλαίσιο περιορίστηκε στο 3100 έως 2850 π.Χ., το οποίο ωστόσο είναι 400 χρόνια πιο πριν από τη χρονολογία που σύμφωνα με την επίσημη άποψη των αιγυπτιολόγων είχε χτιστεί η μεγάλη πυραμίδα. Ακόμα πιο περίεργο είναι το γεγονός, ότι οι χρονολογίες που προέκυψαν από τα δείγματα που βρέθηκαν κοντά στην κορφή της πυραμίδας, τοποθετούν το χτίσιμό της χίλια χρόνια πριν από τις χρονολογήσεις των δειγμάτων που προέρχονται από τη βάση της. Εάν οι ερευνητές πάρουν στα σοβαρά αυτές τις χρονολογίες, θα αναγκαστούν να παραδεχτούν ότι η πυραμίδα κατασκευάστηκε με κάποιον τρόπο από την κορφή προς τη βάση της.

Αυτό που καθιστά τις χρονολογήσεις ακόμα περισσότερο μη αποδεκτές, είναι ότι όλα τα δείγματα προέρχονται από περιοχές που στο παρελθόν ήταν εκτεθειμένες. Ξέρουμε από πηγές όπως η στήλη του Mariette, ότι τα μνημεία της Γκίζας όλα αυτά τα χρόνια είχαν επισκευαστεί ξανά και ξανά και στο εσωτερικό, αλλά και στο εξωτερικό τους. Έτσι η ραδιοχρονολόγηση μπορεί μόνο να μας δώσει στοιχεία σχετικά με το χρονικό πλαίσιο των εργασιών επισκευής, αλλά όχι την πραγματική κατασκευή της πυραμίδας. Εάν πρόκειται να βασιστούμε σ’ αυτές τις χρονολογήσεις, θα πρέπει να θεωρήσουμε επίσης, ότι οι επισκευές έγιναν πολύ πριν χτιστεί η ίδια η πυραμίδα, διαφορετικά θα πρέπει να δεχτούμε ότι η επίσημη χρονολόγησή της είναι λανθασμένη.

 

ΜΕΡΟΣ Α’Δημοσιεύτηκε στο Pathfinder 19/11/07