Βιοαρχαιολογία: Υπερσύγχρονες λύσεις σε αρχαία αινίγματα

Βιοαρχαιολογία: Υπερσύγχρονες λύσεις σε αρχαία αινίγματα

 

Λέμε συχνά (και αποδεικνύεται στην πράξη συχνότερα) πως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Κάτι που συνέβη παλαιότερα, ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων συνθηκών, έχει μεγάλες πιθανότητες να συμβεί και πάλι, σε αντίστοιχη περίπτωση στις μέρες μας, ίδιο και απαράλλαχτο ή έστω με μικρές παραλλαγές.

Οι ιστορικοί της Ιατρικής επιμένουν (και το αποδεικνύουν με τα στοιχεία τους) ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει με τις ασθένειες, ειδικά τις λοιμώδεις, οι οποίες χάνονται και εμφανίζονται πάλι, συχνά έπειτα από αρκετούς αιώνες.

Η μελέτη των ασθενειών του παρελθόντος μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τι συμβαίνει σήμερα και να προβλέψουμε (ως ένα βαθμό) τι θα συμβεί αύριο.

Πολύ περισσότερο τώρα, που η πρόοδος της τεχνολογίας προσφέρει στους ερευνητές τα αναγκαία «εργαλεία», που τους επιτρέπουν να δίνουν υπερσύγχρονες λύσεις στα αρχαία αινίγματα.

Μια καινούρια επιστήμη, η Βιοαρχαιολογία, έχει κάνει την εμφάνισή της συνδυάζοντας πολλές επιστημονικές ειδικότητες (όπως αυτές του παλαιοπαθολόγου, του παλαιοακτινολόγου, του παλαιοεπιδημιολόγου, του ανθρωπολόγου, αλλά και του μοριακού βιολόγου) υπό τη σκέπη της.

Επικεντρώνεται στη μελέτη της βιολογικής συνιστώσας ανθρώπων άλλων εποχών (κάποιες φορές και των οικόσιτων ζώων τους) με στόχο να συμβάλει στη μελέτη της ιστορίας των ασθενειών και όχι μόνο…

Οι συνέργειές της με την κλασική αρχαιολογία είναι ήδη σημαντικές, καθώς νέες και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες πηγές δεδομένων, από μη ορατά με γυμνό μάτι ευρήματα, προστίθενται στις γραπτές και προφορικές πηγές που ξέραμε και αξιοποιούσαμε ως σήμερα.

Κι αυτό αποδείχθηκε περίτρανα στη διάρκεια του 1ου διεθνούς συνεδρίου με τίτλο «Βιοϊατρικές Επιστήμες στην Αρχαιολογία», το οποίο πραγματοποιήθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου, στη Χερσόνησο του Ηρακλείου, με συνδιοργανωτές το Εργαστήριο Ιστορίας της Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης και την Ερευνητική Μονάδα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Οι σύνεδροι – ανάμεσά τους μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του χώρου, που μάλιστα χαιρέτισαν με ιδιαίτερη θέρμη την ελληνική πρωτοβουλία και αναγνώρισαν πως η συγκέντρωση και επαφή τόσων διακεκριμένων επιστημόνων από διαφορετικές ειδικότητες μπορεί να επιδράσει καταλυτικά στην ανάπτυξη του κλάδου – έκαναν δεκάδες παρουσιάσεις, ο καθένας στον ερευνητικό τομέα του, οι οποίες έγιναν αφορμή για πολύωρες συζητήσεις και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες «ζυμώσεις», καθώς οι γνώμες, οι ιδέες και οι προτάσεις πάνω σε κάθε τι που λεγόταν, διαδέχονταν η μια την άλλη.

Μιλώντας στο «Pathfinder», η «ψυχή» του συνεδρίου, ο επίκουρος καθηγητής της Ιστορίας της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, Κώστας Τρομπούκης, τόνισε ότι «η ιστορία των ανθρώπινων νοσημάτων είναι μια ανεκτίμητη πηγή γνώσης τόσο για την Ιστορία, την εξέλιξη των ασθενειών και της Ιατρικής, όσο και για τον τρόπο ζωής των ανθρώπων.

Η μελέτη των ανθρώπινων σκελετικών υπολειμμάτων που προέρχονται από αρχαιολογικές πηγές, παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την υγεία και τον τρόπο θανάτου αυτών των ατόμων, αποτελώντας σημαντικό στόχο για  επιστημονική έρευνα».

Οι ασθένειες μπορούν να επηρεάσουν ακόμα και τον ρου της Ιστορίας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επιδημία της πανώλης (μια από τις τρεις μεγάλες επιδημίες αυτής της νόσου που έπληξαν την ανθρωπότητα) στα χρόνια του Ιουστινιανού, τα κλινικά ευρήματα της οποίας παρουσίασε σε συγκριτική μελέτη του στο πλαίσιο του συνεδρίου ο καθηγητής του τμήματος Ιστορίας της Ιατρικής στο ΑΠΘ, Δημήτρης Χριστοδούλου.

Η επιδημία αυτή θεωρείται σήμερα ο κύριος παράγοντας που η ανθρωπότητα άλλαξε ιστορική εποχή: καθόρισε το τέλος της αρχαιότητας και το πέρασμα στο Μεσαίωνα.

Νέες τεχνικές που ήδη χρησιμοποιούνται στη σύγχρονη ιατρική πράξη ή άλλες, που βρίσκονται ακόμα σε πειραματικό στάδιο, αξιοποιούνται στη μελέτη της ιστορίας των ασθενειών.

Ο κ. Τρομπούκης υπογραμμίζει ότι «έχουν προκύψει συναρπαστικές προοπτικές στη έρευνα με τη χρήση βιομοριακών τεχνικών, όπως το αρχαίο DNA (aDNA) ή τεχνικές μικροσκόπησης, όπως η παλαιοϊστολογία.

Πάντως, η χρήση αυτών των μεθόδων έχει ακόμα αρκετές δυσκολίες να ξεπεράσει (για παράδειγμα, ο ανασυνδυασμός οστών με aDNA), με αποτέλεσμα το υψηλό κόστος και οι τεχνικές απαιτήσεις να περιορίζουν την ευρύτερη χρήση τους».

Βέβαια, η ακτινολογική απεικόνιση των ανθρώπινων σκελετικών υπολειμμάτων εφαρμοζόταν ήδη από  την εποχή του Roentgen και είναι εύχρηστη, αλλά δεν βρίσκει αντίστοιχη αξιοποίηση στην παλαιοπαθολογία.

Στην έρευνα των ανθρώπινων και ζωικών σκελετικών υπολειμμάτων κυρίαρχο ρόλο παίζει πλέον η  παλαιοακτινολογία, η οποία αξιοποιεί τις απλές ακτινογραφίες, την αξονική τομογραφία (CT), με τις παραλλαγές της multislice CT και micro-CT, αλλά και τη μαγνητική τομογραφία.

Με τις διαφορετικές της τεχνικές, η παλαιοακτινολογία μπορεί να απεικονίσει τη μικρο-δομή των τμημάτων του σκελετού, χωρίς να καταστρέψει τα δείγματα που θα χρησιμοποιηθούν. Το ακτινολογικό εργαλείο εκλογής για μια παλαιοπαθολο